Monthly Archives: May 2013

Διάλεξη του G. Lipovetsky: Κοινωνία της υπερκατανάλωσης: τα χρήματα φέρνουν την ευτυχία;

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ (αρχείο .jpg)

Η κατανάλωση είναι ένας από τους παράγοντες που καθορίζουν την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, μέσα από τις αλλαγές στη συμπεριφορά του καταναλωτή, και στην ίδια την αγορά η οποία καλείται να ανταποκριθεί, τίθεται το ερώτημα εάν ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να ζει σε κοινωνία και να είναι ευτυχισμένος μέσα σε αυτήν. Μήπως η κρίση αναδεικνύει αυτή τη δυσκολία του ανθρώπου να ζει μέσα σε ένα σύνολο και να συγκροτεί κοινωνίες;

 

Gilles Lipovetsky, Φιλόσοφος, Κοινωνιολόγος

Σχολιασμός:

Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Λίζα Τσαλίκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Τµήµατος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστηµίου Αθηνών
Συντονιστής:

Παναγής Παναγιωτόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Σε συνεργασία με το πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών « Πολιτική επιστήμη και Κοινωνιολογία» του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ελεύθερη είσοδος/ Με ταυτόχρονη μετάφραση

 

Θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης στους φοιτητές

Τι μας λέει ο Νίτσε για την “αλήθεια”;

αυτά:

What, then, is truth? A mobile army of metaphors, metonyms, and anthropomorphisms—in short, a sum of human relations which have been enhanced, transposed, and embellished poetically and rhetorically, an
d which after long use seem firm, canonical, and obligatory to a people: truths are illusions about which one has forgotten that this is what they are; metaphors which are worn out and without sensuous power; coins which have lost their pictures and now matter only as metal, no longer as coins.

Friedrich Nietzsche, On Truth and Lie in an Extra-Moral Sense

μια πρόχειρη μετάφραση:

Τι είναι λοιπόν η αλήθεια; Ένας κινητός στρατός μεταφορών, μετωνυμιών και ανθρωπομορφισμών – εν ολίγοις ένα σύνολο ανθρώπινων σχέσεων που έχουν ενισχυθεί, μετατεθεί και ωραιοποιηθεί ποιητικά και ρητορικά, οι οποίες μετά από μακρά χρήση μοιάζουν σταθερές, κανονιστικές και υποχρεωτικές στους ανθρώπους· οι αλήθειες είναι παραισθήσεις για τις οποίες κάποιος έχει ξεχάσει ότι είναι αυτό που είναι· μεταφορές που έχουν φθαρεί χωρίς πια αισθητική δύναμη, νομίσματα που έχουν χάσει τις εικόνες τους και πια έχουν βάρος μόνο ως μέταλλα, όχι πια ως νομίσματα.

 

Τι είναι το habitus (έξη); Πως συνδέεται με το σώμα;

To habitus, η “έξη”, μια έννοια του Bourdieu αναφέρεται στις προδιαθέσεις, τις πρακτικές και τις ρουτίνες του οικείου κοινωνικού κόσμου. Αποτελεί ένα σύνολο ιστορικών κοινωνικών σχέσεων, πραγματωμένων στα πεδία που συναποτελούν το κοινωνικό σύμπαν και ενσταλαγμένων εντός των ατομικών υποκειμένων υπό τη μορφή νοητικών και σωματικών σχημάτων αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης∙ είναι «συστήματα προδιαθέσεων, διαρκών και μεταθέσιμων» – ως προς την εφαρμογή τους – κοινωνικά, πολιτισμικά «δομημένες δομές προδιατεθειμένες να λειτουργούν ως δομούσες δομές, δηλαδή ως γενεσιουργές και οργανωτικές αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων» (Bourdieu, 2006: 88).

Τα μοτίβα της κοινωνικής ζωής γίνονται συνήθειες ή ρουτίνες κατά τον Billig (1995: 42), και όταν γίνονται ενσωματώνουν το παρελθόν. Η έννοια της “έξης” (habitus) εκφράζει καλά αυτή τη διαλεκτική της ανάμνησης και της λήθης, τη σύνδεση της βιωμένης ιδεολογίας (Billig et al, 1988) μιας κοινωνίας με το άτομο ως φορέα και (ανα)παραγωγό της. H έξη σύμφωνα με τον Billig (1995: 42) περιγράφει τη “δεύτερη φύση” την οποία οι άνθρωποι πρέπει να αποκτήσουν για να περάσουν ανέμελα (και επίσης με περίσκεψη) από τις κοινότοπες (μπανάλ) ρουτίνες της καθημερινής ζωής. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτή τη διεργασία της δημιουργίας της ρουτίνας ως εν-κατοίκιση (enhabitation): οι σκέψεις, οι αντιδράσεις και τα σύμβολα μετατρέπονται σε συνήθειες ρουτίνας και επομένως, εν-κατοικούνται. Δηλαδή, τα συστήματα προδιαθέσεων προσκτώνται εμπειρικά στα πλαίσια της κοινωνικής πρακτικής και διάδρασης μεταξύ των υποκειμένων, αν και λειτουργούν σε προ-γλωσσικό και προ-διαλογικό επίπεδο διαμεσολαβώντας τον σχηματισμό των παραστάσεων της κοινωνικής πραγματικότητας και επικαθορίζοντας την πρόσληψη, ταξινόμηση και οργάνωση των αισθητηριακών και νοητικών δεδομένων που προκύπτουν στα πλαίσια της κοινωνικής διαδικασίας∙ βάσει αυτών των πρωταρχικών δομών, των προδιαθέσεων, δομούνται οι νέες εμπειρίες και ορίζονται οι πρακτικές των υποκειμένων στα πεδία της κοινωνικής δράσης (Bourdieu, 2006: 88). Το habitus, συνεπώς, ταυτόχρονα προϋποθέτει ιστορικά και (ανα)παράγει παροντικά (συγχρόνως ενεργεία και δυνάμει) δίκτυα κοινωνικών σχέσεων (όπως το καθεστώς της επισφαλούς εργασίας για τους νέους ανθρώπους) στα οποία εντάσσεται το δρων υποκείμενο. Η πραγματωμένη δομή των κοινωνικών δράσεων, στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικών σχέσεων, καθίσταται εσωτερικευμένη δομή (ιστορικά παραχθείσα) αντίληψης, αξιολόγησης και κοινωνικής πρακτικής για άτομα και κοινωνικές ομάδες. Με τον τρόπο αυτό εξηγείται σε μεγάλο βαθμό η συνέχεια και ανθεκτικότητα των κοινωνικών δομών και η αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος βάσει μιας εσωτερικής τάσης των ανθρώπων να αναπαράγουν τις δομές που τους διαμορφώνουν (Bourdieu, 2006: 88).

και στα αγγλικά, μια μικρή παρουσίαση (από εδώ):  Elias & Bourdieu, refers to those pre-cognitive, embodied dispositions [habitus] which promote particular forms of human orientation to the world, organise each generation’s senses and sensualities into particular hierarchies, and predispose people towards specific ways of knowing and acting. The term implies that human bodies are permeated by, and contain within them, their own historical experience of social relations. This ‘incorporation of the past’ into the ‘living body of the present’ through the habitus, which Braudel calls ‘intermediate’ or ‘conjunctural’ time, is a phenomenon which can be examined initially through Marcel Mauss’s writings on ‘techniques of the body’ (techniques which form some of the constituent parts of a habitus). Techniques of the body refer to how people learn to relate to and deploy their bodies in social life. This often takes place at a precognitive level, but involves practice and accomplishment, and serves to mould the body in ways which make it fit for certain activities and unfit for others. The acquisition of body techniques, then, involves the acquisition of a particular bodily history. These techniques affect the very fundamentals of social and individual life: they are implicated in how people learn to walk, talk, look and think, and differ both historically and cross-culturally .

Phillip Mellor & Chris Schilling – Re-forming the Body: Religion, Community, and Modernity