Monthly Archives: April 2012

Μη-Βίαιη αντίσταση: εκπαίδευση των γονιών

Τα ακόλουθα είναι μια σύντομη εισαγωγή στη Μη-Βίαιη Αντίσταση, μια ψυχο-εκπαιδευτική στρατηγική για την αντιμετώπιση καταστάσεων κρίσης, που αφορά εδώ την εκπαίδευση των γονιών από “ειδικούς”. Αποτελούν μετάφραση/προσαρμογή από το άρθρο: “Parent Training in Nonviolent Resistance for Adult Entitled Dependence”.

 

Η μη-βίαιη αντίσταση είναι μια μέθοδος που ξεκίνησε από τα ειρηνιστικά κινήματα και την πολιτική ανυπακοή (χωρίς βία) και διάφοροι θεωρητικοί παγκοσμίως πρότείνουν ότι θα μπορούσε να είναι και ψυχοθεραπευτικά χρήσιμη. Ένας από τους κύριους θεωρητικούς της είναι ο Haim Omer. Η εκπαίδευση των γονέων στη Μη-Βίαιη Αντίσταση έχει περιγραφεί στο Omer (2004) και συνοπτικά περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

  1. Εστίαση στην αντίσταση παρά στον έλεγχο

Ο ρόλος των γονιών είναι να αντιστέκονται χωρίς βία σε αρνητικά συμπεριφορικά πρότυπα· ωστόσο, δεν μπορούν να υπαγορεύουν στον ενήλικο τι να κάνει με τη ζωή του. Η αποδοχή των περιορισμών όσον αφορά τη δυνατότητα ελέγχου κάποιου και η εστίαση σε αυτά τα πράγματα που τίθενται στη σφαίρα επιρροής είναι η αφετηρία για όλους τους μη-βίαιους αγώνες.

Η εκπαίδευση των γονιών στη Μη-Βίαιη Αντίσταση περιλαμβάνει ένα εύρος τεχνικών αντίστασης όπως:

  • Εκφορά μιας τυπικής ανακοίνωσης που διακηρύσσει την πρόθεση αντίστασης σε απαράδεκτες συμπεριφορές.

  • Εκτέλεση από τους γονείς πρακτικών “sit-ins” (διαμαρτυρία μέσω της ακίνητης στάσης οκλαδόν, καταλαμβάνοντας ένα χώρο), μέσω των οποίων οι γονείς μπορούν να εκφράσουν την δέσμευσή τους στην αλλαγή και την απογοήτευσή τους με τις τρέχουσες συνθήκες.

  • Τεκμηρίωση των βίαιων ή επιθετικών επεισοδίων και δημοσιοποίησή τους σε υποστηρικτές

  • Άρνηση εξυπηρετήσεων και συστηματικός σχεδιασμός μιας αποφασισμένης μη-βίαιης απάντησης στις απειλές και τη βία.


 2. Εκπαίδευση ενάντια στην κλιμάκωση

Οι γονείς μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα δικά τους μοτίβα κλιμάκωσης και μαθαίνουν τρόπους να τα αντιμετωπίζουν. Οι στρατηγικές αντι-κλιμάκωσης περιλαμβάνουν:

  • την αρχή της καθυστερημένης απόκρισης σε αρνητικές συμπεριφορές (όπως περιγράφεται στην φράση: «στη βράση κολλάει το σίδερο!»)·

  • αποφυγή μιας στάσης που προσανατολίζεται στην κυριαρχία (που συμπυκνώνεται στη φράση: «δεν χρειάζεται να νικήσεις, αλλά μόνο να επιμείνεις»)

  • Αποφυγή καυγάδων και «αλληλεπιδράσεων πινγκ-πονγκ»

  • Απελευθέρωση από τον καταναγκασμό ανταπόδοσης και ανάπτυξη του αυτό-ελέγχου ως σημάδι δύναμης.

Οι γονείς ενθαρρύνονται επίσης να κάνουν μονομερείς χειρονομίες συμφιλίωσης, που χρησιμεύουν για να υπενθυμίζουν και στους γονείς και στο ενήλικο παιδί ότι τα βήματα είναι «για εκείνον» όσο και «προς εκείνον». Απλές αντιπροσωπευτικές εκφράσεις όπως αυτές που αναφέρονται παραπάνω είναι μέρος του διαλόγου της Μη-Βίαιης Αντίστασης και μπορούν να βοηθήσουν τους γονείς να πάρουν μια ιδέα κατά τρόπο που να μπορούν να ανακτήσουν και να χρησιμοποιήσουν ακόμα και όταν είναι υπό πίεση.

 3. Δημιουργώντας ένα δίκτυο υποστήριξης

Ο αγώνας για τη δημόσια υποστήριξη είναι βασικός σε όλες τις εκφράσεις της Μη-Βίαιης Αντίστασης και στην οικογένεια και στην κοινωνική σφαίρα. Ζητείται από τους γονείς να δημιουργήσουν μια ευρεία λίστα πιθανών υποστηρικτών που να περιλαμβάνει την οικογένεια, φίλους/ες, γνωριμίες, και κάθε πρόσωπο που μπορεί να νιώθουν ότι θα μπορούσε δυνητικά να είναι πρόθυμο να συμμετάσχει ακόμα και σε μικρό βαθμό. Αυτά τα πρόσωπα στη συνέχεια καλούνται, η κατάσταση εξηγείται, και μια πρόσκληση εκτείνεται για να συναντηθούν με το θεραπευτή για να μάθουν για τη Μη-Βίαιη Αντίσταση και για να εκφράσουν τις όποιες ιδέες τους.

Βιβλιογραφία:

Omer, H. (2004). Nonviolent resistance: A new approach to violent and self-destructive children. New York: Cambridge University Press.

 “Parent Training in Nonviolent Resistance for Adult Entitled Dependence”, των ELI LEBOWITZ, DAN DOLBERGER, EFI NORTOV, HAIM OMER, Family Process, vol 51: pp90–106, 2012.ν 

Hikikomori, νεαροί ενήλικες που αποσύρονται στο σπίτι τους: μια νέα εξάρτηση…

Μετάφραση/προσαρμογή από το άρθρο:Parent Training in Nonviolent Resistance for Adult Entitled Dependence”, των ELI LEBOWITZ, DAN DOLBERGER, EFI NORTOV, HAIM OMER, Family Process, vol 51: pp90–106, 2012.

Τα ενήλικα παιδιά χαμηλής λειτουργικότητας που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους γονείς τους είναι ένα αυξανόμενο φαινόμενο σε πολλά μέρη του κόσμου. Το φαινόμενο έχει έρθει στη δημόσια σφαίρα με το όνομα «Failure to Launch», από μια ταινία με τον ίδιο τίτλο (ελλ. μτφρ «30αρης από σπίτι», 2006, παίζουν οι Μ.McConaughey, S.J. Parker) όπου οι γονείς προσλαμβάνουν μια “ειδικό των ανθρώπινων σχέσεων” για να δελεάσουν τον 35χρονο γιό τους να φύγει από το πολύ βολικό πατρικό τους και να οδεύσει προς την ανεξαρτησία του.

Η τάση αυτή αντικατοπτρίζεται στην επινόηση πολλών ειδικών λέξεων για να περιγραφεί η κατάσταση: στην Ιαπωνία ονομάζονται “Hikikomori” (Malagon, 2010), στην Ιταλία “Bamboccioni”, στη Γερμανία και τη Γαλλία “Σύνδρομο Tanguy” (Janne, 2007), και στην Αγγλία (Finlay, 2010) “NEET” (Νot in Εmployment, Εducation, or Τraining)(=όχι σε απασχόληση, εκπαίδευση ή μαθητεία) ή “Kippers” (kids in parents pockets eroding retirement savings)(=παιδιά που τρώνε τις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις των γονιών τους). Στον Καναδά, έχουν ονομαστεί “παιδιά Boomerang” (Ravanera, Rajulton, & Burch, 1995; Settersten, Furstenberg, & Rumbaut, 2005), στην Αυστρία “Mamma’s Hotel Children” (=τα παιδιά του ξενοδοχείου της μαμάς), και στη Ν. Κορέα, είναι γνωστά ως “καγκουρό.” Στις ΗΠΑ, έχουν δοθεί διάφορα ονόματα στο φαινόμενο όπως το «σύνδρομο της γεμάτης φωλιάς» (Schnaiberg & Goldenberg, 1989; White, 1994) και “ILYA” (incompletely launched young adult)(=νεαρός ενήλικας με ατελές ξεκίνημα).

Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία, πάνω από τους μισούς νεαρούς ενήλικες ζουν τώρα με τους γονείς τους (Giuliano, 2007). Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Β. Αμερική, τα ποσοστά είναι σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες (Berrington, Stone, & Falkingham, 2009; Settersten et al., 2005), και στην Ιαπωνία, υπολογίζεται ότι υπάρχουν εκατομμύρια αυτό-απομονωμένοι και εξαρτημένοι ενήλικες που έχουν εγείρει σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές έγνοιες (Teo, 2010).

Η προσωρινή παραμονή στο σπίτι και η οικονομική βοήθεια από τους γονείς μπορεί να είναι μια κανονιστική φάση που επιτρέπει στο νεαρό άτομο να βρει το δρόμο ζωής του. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, η μετάβαση σε πλήρως αυτόνομη λειτουργία δεν συμβαίνει ή αναστρέφεται μετά από μια προσπάθεια ανεξαρτησίας που εγκαταλείπεται (Goldscheider & Goldscheider, 1998, 1999), που οδηγεί σε χρόνια εξάρτηση από την γονεϊκή υποστήριξη. Παράλληλα με ατομικά ή οικογενειακά χαρακτηριστικά, ένας αριθμός κοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων μπορεί να συμβάλλουν στην διεύρυνση των υπερβολικά εξαρτώμενων ενηλίκων παιδιών: (1) η επιμήκυνση της εφηβείας στη σύγχρονη κοινωνία ως περιόδου αναζήτησης προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής ταυτότητας δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία είναι όλο και λιγότερο σαφές πότε αναμένεται από το νεαρό άτομο να λειτουργήσει ανεξάρτητα (Arnett, 2007)· (2) η πεποίθηση ότι το κάθε άτομο θα πρέπει να βρει μια καριέρα η οποία ταιριάζει απόλυτα στην προσωπικότητά του εξιδανικεύει το δικαίωμα προσωπικής αναζήτησης που μπορεί ανά περιόδους να φαίνεται ατελείωτη (Collin & Young, 2000; Twenge, 2006)· (3) η μείωση της παραδοσιακής γονεϊκής αυθεντίας καθιστά τους γονείς λιγότερο ικανούς να θέτουν απαιτήσεις και όρια (Omer, 2011)· και (4) η εξάπλωση της τεχνολογίας των Η/Υ παρουσιάζει στους ανθρώπους μια πρόκληση ψηφιακής ζωής που ικανοποιεί τις ανάγκες τους για διασκέδαση και απασχόληση χωρίς να τους εκθέτει στην φθορά τους «πραγματικού κόσμου» (Shaw & Black, 2008).

Η ευμάρεια του δυτικού κόσμου μπορεί να επιτρέπει σε μερικές οικογένειες να υποστηρίζουν ενήλικες που δεν εργάζονται χωρίς να βιώνουν σημαντικό οικονομικό βάρος, αλλά η έρευνα έχει δείξει ότι οι γονείς υψηλότερου κοινωνικο-οικονομικού στάτους εκφράζουν μεγαλύτερα επίπεδα απογοήτευσης (dissatisfaction) με την κατάσταση, ίσως επειδή διατηρούν υψηλότερες προσδοκίες για ανεξάρτητη οικονομική επιτυχία (Aquilino, 1990). Αν και παράγοντες συγκεκριμένοι σε κάθε κουλτούρα πιθανώς επηρεάζουν τις στάσεις έναντι της παραμονής στο σπίτι, από τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν πιο πάνω φαίνεται ότι και οι κολλεκτιβιστικές κοινωνίες που δίνουν έμφαση στους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς και οι ατομικιστικές που δίνουν έμφαση στην προσωπική επιλογή στην ανάπτυξη σταδιοδρομίας ενθαρρύνουν την εξάρτηση στο σημερινό κόσμο.

Τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά των εξαρτημένων ενηλίκων διαφέρουν μάλλον αρκετά. Μπορεί να υποφέρουν από κοινωνική φοβία, ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή (OCD), κατάθλιψη, διαταραχή συμπεριφοράς, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής- υπερκινητικότητα (ΔΕΠ/Υ), μαθησιακές δυσκολίες, ή τίποτα από τα παραπάνω. Τα γονεϊκά παράπονα, από την άλλη, είναι συχνά αρκετά παρόμοια, και συχνά περιλαμβάνουν τη σχολική εγκατάλειψη, την αποφυγή εργασίας, τις απαιτήσεις χρημάτων και άλλων εξυπηρετήσεων, το λιώσιμο στον υπολογιστή, και αντιστροφή του κύκλου μέρας-νύχτας.

Αναφερόμαστε σε αυτή την συνθήκη με τον όρο adult entitled dependence (AED) (=εξάρτηση των λεγόμενων ενηλίκων). Είναι μια χρόνια συνθήκη που περιλαμβάνει ένα δυσλειτουργικό ενήλικο γόνο και τουλάχιστον ένα γονιό που διευκολύνει αυτό το πρότυπο εξάρτησης παρέχοντας εξυπηρετήσεις που είναι ανακόλουθες με την ηλικία.

Η AED διακρίνεται από την απλή διαβίωση με τους γονείς ή με την απόλαυση της υποστήριξής τους όπως είναι ευρύτατα αποδεκτή σε πολλές κουλτούρες, και χαρακτηρίζεται από απομειωμένη λειτουργικότητα και από γονεϊκές υπηρεσίες που είναι πέρα από τον κανόνα για τη συγκεκριμένη κουλτούρα.

Η οικογένεια συχνά φαίνεται να έχει πέσει σε ένα φαύλο κύκλο όπου οι ίδιες οι προσπάθειες από τον εξαρτώμενο ενήλικο ή τους γονείς του να άρουν την κατάσταση στην πραγματικότητα την επιδεινώνουν. Ο πίνακας δίνει παράδειγμα αυτών των βρόγχων:

Παραδείγματα Αμοιβαία Ενισχυόμενης Εξαρτημένης Συμπεριφοράς και Συμπεριφοράς Διευκόλυνσης

Εξαρτημένη Συμπεριφορά Συμπεριφορά Διευκόλυνσης
Ρητές ή άρρητες απαιτήσεις για χρήματα, αγαθά ή υπηρεσίες Παροχή χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών 
Απαίτηση για συνεχή καθησύχαση Παροχή συνεχούς καθησύχασης
Επιθετικότητα και Θυματοποίηση Υποβολή σε Επιθετικότητα και Θυματοποίηση
Κατηγορίες Αίσθημα και έκφραση ενοχής
Χρήση των γονιών ως ενδιάμεσων και διαμεσολαβητών της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο Παροχή επικοινωνιακών και άλλων δεσμών με την εξωτερική πραγματικότητα
Διατήρηση μιας παράδοξης, «παρούσας αλλά αποξενωμένης» στάσης έναντι των γονέων: «είμαι εδώ όλη την ώρα αλλά θα μειώσω την επαφή στο ελάχιστο» Αποδοχή της πρακτικής τους εξαρτώμενοι ενώ αποφεύγεται η επαφή

 

Για παράδειγμα, μπορεί να ανακουφίσει τη δυσφορία του πιέζοντας για περισσότερη γονεϊκή προστασία και εξυπηρετήσεις. Ωστόσο, η αυξημένη προστασία και διευκόλυνση μπορεί στην πραγματικότητα να μειώσει την ικανότητά του να δρα ανεξάρτητα. Οι γονείς, με τη σειρά τους, νιώθουν υποχρεωμένοι να προστρέξουν στη σωτηρία του παιδιού τους, αλλά όσο περισσότερο το κάνουν, τόσο λιγότερο είναι ικανός να λειτουργήσει. Ανά περίπτωση, η ματαίωση μπορεί να οδηγήσει ένα γονιό να θέσει παρορμητικές και αυστηρές απαιτήσεις. Ο εξαρτώμενος ενήλικας απαντά με τον ίδιο τρόπο, μέσω ίσως ενός δείγματος βίας ή αυτοκτονικότητας, μετά το οποίο η παροδική έξαρση της «σκληρής γονεϊκής συμπεριφοράς» συνήθως υποχωρεί.  Η κλιμάκωση επομένως προσθέτει άλλο ένα γύρισμα της βίδας στην οικογενειακή παγίδα.

Πολυάριθμες θεωρητικές και κλινικές προσεγγίσεις έχουν προταθεί μέσα στα χρόνια για να περιγραφεί και να αντιμετωπιστεί η εξάρτηση μέσα στην οικογένεια. Εκεί που μεγάλο μέρος της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής έχουν τονίσει το αποδιοργανωμένο υποκείμενο και εστιάσει σε νοσολογικές κατηγορίες όπως η κατάθλιψη, το άγχος, ή η διαταραχή εξαρτητικής προσωπικότητας, οι προσεγγίσεις οικογενειακής θεραπείας όπως η Θεωρία Οικογενειακών Συστημάτων (Kerr & Bowen, 1988) και η Δομική Οικογενειακή Θεραπεία (S.Minuchin, 1974) έχουν εστιάσει στις διαπροσωπικές απόψεις της κατάστασης. Έννοιες όπως η ευελιξία και η ακαμψία της οικογενειακής δομής (Olson, 2011) και τα διαπροσωπικά όρια και οι συμμαχίες (P.Minuchin, 1985) έχουν προταθεί για να εξηγήσουν τη δυσλειτουργική συμπεριφορά των ατόμων μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Παρομοίως, οικογενειακά μοντέλα έχουν πάρει μια διαπροσωπική συστημική προσέγγιση για να αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστάσεις, εστιάζοντας στο επικοινωνιακή και σχεσιακό κομμάτι παρά στο άτομο. Στο άρθρο αυτό, αντλούμε από τέτοιες μορφοποιήσεις και παρεκκλίνουμε από αυτές. Η AED μπορεί να συμβεί μόνο μέσα στο πλαίσιο ενός οικογενειακού (ή ανάλογου) συστήματος, αλλά η κλινική προσέγγιση προσπαθεί να προωθήσει την αλλαγή μέσω δουλειάς που γίνεται αποκλειστικά με τους γονείς. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί αλλαγή στο οικογενειακό σύστημα, μέσα από τις δράσεις μέρους αυτού του συστήματος.

Ένα άλλο πλαίσιο στο οποίο έχει διερευνηθεί διεξοδικά η φιλοξενία στις απαιτήσεις των δυσλειτουργικών συγγενών είναι αυτό της OCD. Η φιλοξενία της OCD (δηλ η παροχή επιβεβαίωσης, η συμμετοχή σε τελετουργικά) έχει συνδεθεί με πιο σοβαρά συμπτώματα (Merlo, Lehmkuhl, Geffken, & Storch, 2009), μεγαλύτερη δυσκολία (Storch et al., 2010), και χειρότερα αποτελέσματα θεραπείας (Ferro et al., 2006). Αν και η AED δεν συνδέεται απευθείας ειδικά με την OCD, η οικογενειακή φιλοξενία αποτελεί ένα σχετικό φαινόμενο γονέων που παρέχουν υπηρεσίες και πόρους που στην πραγματικότητα ενισχύουν τα δυσλειτουργικά συμπεριφορικά πρότυπα. Μερικές οικογένειες αναφέρουν συμπεριφορές καταναγκασμού από το άτομο με ΟCD που στοχεύουν να επιβάλλουν τη διευκόλυνση στους γονείς (Lebowitz, Omer, & Leckman, 2011; Lebowitz, Vitulano, & Omer, 2011; Lebowitz, Vitulano, Mataix-Cols, & Leckman, 2011). Επιπλέον, η έρευνα έχει υποδείξει την παρουσία σημαντικών πληθυσμών χρόνια δυσλειτουργικών νεαρών ενηλίκων με διάφορες διαγνωστικές κατηγορίες που θέτουν σημαντικό βάρος στον εαυτό τους και την κοινωνία (Pepper, Kirshner, & Ryglewicz, 2000). Η παρούσα μορφοποίηση εφαρμόζεται στην έννοια της διευκόλυνσης με εξαρτώμενους ενήλικες ανεξαρτήτως των διαγνωστικών κριτηρίων της OCD ή άλλων νοσολογικών κατηγοριών.

Βιβλιογραφία:

Arnett, J.J. (2007). Emerging adulthood: What is it, and what is it good for? Child Development Perspectives, 1(2), 68–73.

Aquilino, W.S. (1990). The likelihood of parent-adult child coresidence: Effects of family structure and parental characteristics. Journal of Marriage and Family, 52(2), 405–419.

Berrington, A., Stone, J., & Falkingham, J. (2009). The changing living arrangements of young adults in the UK (Vol. 27). Population Trends, 138, 27–37.

Collin, A., & Young, R.A. (2000). The future of career. New York: Cambridge University Press.

Ferro, Y., Shavitt, R., Bedin, N., de Mathis, M., Lopes, A., Fontenelle, L. et al. (2006). Clinical features associated to refractory obsessive-compulsive disorder. Journal of Affective Disorders, 94(1–3), 199–209.

Finlay, I., Sheridan, M., McKay, J., & Nudzor, H. (2010). Young people on the margins: In need

of more choices and more chances in twenty-first century Scotland. British Educational Research Journal, 36(5), 851–867.

Goldscheider, F.K., & Goldscheider, C. (1999). The changing transition to adulthood: Leaving and returning home. Thousand Oaks, CA: Sage Publications, Inc.

Giuliano, P. (2007). Living arrangements in western Europe: Does cultural origin matter? Journal of the European Economic Association, 5(5), 927–952.

Janne, P. (2007). Revisiting the “Tanguy” phenomenon: About retarded self-sufficiency in our

post-adolescent population. Therapie Familiale, 28(2), 167–180.

Kerr, M.E., & Bowen, M. (1988). Family evaluation: An approach based on Bowen theory (1st ed.). New York: Norton.

Lebowitz, E.R., Omer, H., & Leckman, J.F. (2011). Coercive and disruptive behaviors in pediatric obsessive–compulsive disorder. Depression and Anxiety, 28(10), 899–905.

Lebowitz, E.R., Vitulano, L.A., Mataix-Cols, D., & Leckman, J. (2011). When OCD takes over. . .the family! Coercive and disruptive behaviours and in paediatric obsessive compulsive disorder. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 21, 1249–1250.

Lebowitz, E.R., Vitulano, L.A., & Omer, H. (2011). Coercive and disruptive behaviors in pediatric obsessive compulsive disorder: A qualitative analysis. Psychiatry, 74(4), 362–369.

Malagon, A. (2010). ‘Hikikomori’: A new diagnosis or a syndrome associated with a psychiatric

diagnosis? International Journal of Social Psychiatry, 56(5), 558–559.

Merlo, L., Lehmkuhl, H., Geffken, G., & Storch, E. (2009). Decreased family accommodation

associated with improved therapy outcome in pediatric obsessive-compulsive disorder. Journal

of Consulting and Clinical Psychology, 77(2), 355–360.

Minuchin, P. (1985). Families and individual development: Provocations from the field of family

therapy. Child Development, 56(2), 289–302.

Minuchin, S. (1974). Families & family therapy. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Ollefs, B., Schlippe, A.V., Omer, H., & Kritz, J. (2009). Youngsters with externalizing behavior

problems: Effects of parent training. Familiendynamik, 34(Journal Article), 256–265.

Olson, D. (2011). FACES IV and the Circumplex Model: Validation study. Journal of Marital and Family Therapy, 3(1), 64–80.

Omer, H. (2011). The new authority: Family, school, community. New York: Cambridge University Press.

Pepper, B., Kirshner, M.C., & Ryglewicz, H. (2000). The young adult chronic patient: Overview of a population. Psychiatric Services, 51(8), 989–995.

Ravanera, Z.R., Rajulton, F., & Burch, T.K. (1995). A cohort analysis of home-leaving in Canada, 1910-1975. Journal of Comparative Family Studies, 26(2), 179.

Schnaiberg, A., & Goldenberg, S. (1989). From empty nest to crowded nest: The dynamics of incompletely-launched young adults. Social Problems, 36, 251.

Settersten, R.A., Furstenberg, F.F., & Rumbaut, R.G. (2005). On the frontier of adulthood: Theory, research, and public policy. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Shaw, M., & Black, D.W. (2008). Internet addiction: Definition, assessment, epidemiology and clinical management. CNS Drugs, 22(5), 353–365.

Storch, E., Larson, M., Muroff, J., Caporino, N., Geller, D., Reid, J. et al. (2010). Predictors of functional impairment in pediatric obsessive-compulsive disorder. Journal of Anxiety Disorders, 24(2), 275–283.

Teo, A.R. (2010). A new form of social withdrawal in Japan: A review of Hikikomori. International Journal of Social Psychiatry, 56(2), 175–185.

Twenge, J.M. (2006). Generation me: Why today’s young Americans are more confident, assertive, entitled–and more miserable than ever before. New York: Free Press.

White, L. (1994). Coresidence and leaving home—Young-adults and their parents. Annual

Review of Sociology, 20, 81–102.

Αναβολή Ομιλίας: “Ειδικές μαθησιακές δυσκολίες και εκμάθηση ξένης γλώσσας”‏ (19/5)

 

Ενημέρωση: Λόγω έκτακτου προβλήματος των ομιλητών το Σάββατο 28/4, η ομιλία  “Ειδικές μαθησιακές δυσκολίες και εκμάθηση ξένης γλώσσας”, θα διεξαχθεί τελικά το Σάββατο 19/05/2012 στις 18:00.
Πιο αναλυτικά στην ομιλία θα εξεταστούν τα παρακάτω ζητήματα:
  • Ιδιαίτεροι τομείς δυσκολιών στην εκμάθηση των γλωσσών (η περίπτωση της ελληνικής και της αγγλικής γλώσσας)
  • Πιθανές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες/Δυσλεξία
  • Συμβουλές-Προτάσεις προς τους γονείς
Η ομιλία απευθύνεται σε γονείς και εκπαιδευτικούς που ενδιαφέρονται να ενημερωθούν σχετικά με τις δυσκολίες και τα προβλήματα που προκύπτουν κατά την εκμάθηση της ξένης γλώσσας, ιδιαίτερα σε παιδιά με Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες. Μετά την ομιλία θα ακολουθήσει συζήτηση.
Ο αριθμός θέσεων είναι περιρισμένος και γι’ αυτό η κράτηση θέσης είναι απαραίτητη. Κρατήσεις γίνονται μέχρι και την Τετάρτη 16/05/2012 (τηλ. επικοινωνίας: 2106464898). Η είσοδος είναι ελεύθερη.
Σας περιμένουμε!
Οι ομιλήτές,
Μαρία Σκόκου, Ειδική Παιδαγωγός MSc
Γιώργος Κεσίσογλου,Ψυχολόγος-Οικογενειακός Θεραπευτής MSc,
Υποψήφιος Διδάκτωρ Α.Π.Θ.

“Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη” της Κ.Μάτσα

Η χρήση ναρκωτικών και η σχέση της με τον αποκλεισμό του πένθους και του θανάτου. Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα, «Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη» Ο τοξικομανής και ο θάνατος, των εκδ. Άγρα.

Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σιωπηλοί μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης της κοινωνίας και του πολιτισμού.

Ένας πραγματικός μικρόκοσμος που βιώνει καθημερινά το θάνατο, ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα σ’ έναν κόσμο που γεννά και συσσωρεύει καταστροφές.

Η χρήση των ναρκωτικών γι’ αυτά τα νέα παιδιά γίνεται ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο.

Αναζητούν απελπισμένα τη δύση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση.

Ζουν μέσα στην εξαθλίωση, γνωρίζοντας ότι αυτός ο τρόπος ζωής τους εκθέτει σε μυριάδες κινδύνους (λοιμώξεις, ατυχήματα, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κ.α.).

Παρ’ όλα αυτά επιμένουν.

Το κάνουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη.

Τα ναρκωτικά δεν αποτελούν αντικείμενο επιθυμίας αλλά ανάγκης.

Η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός, καθημερινό μαρτύριο, που μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση.

Για τους τοξικομανείς η προβληματική της επιθυμίας έχει μετατεθεί στο πεδίο της ανάγκης, ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή.

«Μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών», λέει η Sylvie Le Poulichet, «επιτελείται μια διαρκής προσομοίωση θανάτου».

Η έναρξη της χρήσης ουσιών γίνεται, συνήθως, στην αρχή της εφηβείας.

Είναι η ηλικία της ανακάλυψης της άγνωστης, ακόμα, ηπείρου της σεξουαλικότητας και της συνάντησης του υποκειμένου με το ζήτημα του θανάτου.

Είναι η εποχή της αναμέτρησής του με το άγνωστο, το τυχαίο, το αβέβαιο, μέσα σε ένα φαντασιωτικό παιχνίδι, όπου το επίδικο είναι η ζωή του ή ο θάνατός του.

Από την ικανότητά του να «επιβιώσει» ψυχικά μέσα από αυτή την αναμέτρηση, από την ικανότητά του, δηλαδή, να βρει το δικό του πέρασμα προς τη ζωή, θα εξαρτηθεί το ίδιο το ψυχικό του γίγνεσθαι.

Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν βαθιά ελλείμματα στον ψυχισμό του και συνθήκες κρίσης στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον, τότε αυτό το πέρασμα προς τη ζωή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ικανοποιητικά για το άτομο και το παιχνίδι με το θάνατο γίνεται τρόπος ζωής, που μπορεί να πάρει τη μορφή της τοξικομανίας. […]

Το βέβαιο όμως είναι ότι σ’ αυτό το μακάβριο παιχνίδι η διαρκής πρόκληση του θανάτου αποσκοπεί, βασικά στην ακύρωσή του. […]

Όταν κάνουν χρήση δεν έχουν στο μυαλό τους το θάνατο, δεν επιδιώκουν – εκτός από συγκεκριμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ψυχοπαθολογία – να αυτοκτονήσουν. Ρισκάρουν το θάνατο για να κερδίσουν τη ζωή.

Επιδιώκουν, βασικά, να αποδείξουν –στον εαυτό τους, πρώτα απ’ όλα- ότι μπορούν να ακυρώσουν το θάνατο και να βγουν νικητές.

Κρύβουν την τρομακτική τους ανασφάλεια πίσω από την επίδειξη της –φαντασιωσικής- παντοδυναμίας που δίνουν τα ναρκωτικά. […]

Γι’ αυτό η λήψη υπερβολικής δόσης (OD) είναι τόσο συνήθης πρακτική, στην οποία ο ίδιος ελάχιστες, σχετικά, φορές δίνει το χαρακτήρα της απόπειρας αυτοκτονίας. […]

Όταν κάνει χρήση δεν υπάρχει γι’ αυτόν ο Άλλος, ως ζωντανή παρουσία στη ζωή του.

Υπάρχει μόνο το χάσμα της απουσίας, που δίνει τραγική διάσταση στη μοναξιά του.

Ο θάνατος, λοιπόν, σφραγίζει την καθημερινότητα της μίζερης ζωής τους, γιατί έχει ήδη σφραγίσει, από πριν, τον εσωτερικό ψυχικό τους κόσμο.

Μέσα σ’ αυτόν βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μία «κρύπτη» στο εσωτερικό του Εγώ.

Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια.

Αυτός ο ψυχικός τραυματισμός, που δεν έγινε δυνατό να μεταβολιστεί ψυχικά, μπορεί να συνδέεται με προσωπικά βιώματα, μπορεί όμως και να μεταδόθηκε από προηγούμενες γενιές και να αφορά συλλογικές εμπειρίες (της κοινότητας, του έθνους, της κουλτούρας στην οποία ανήκει η οικογένεια του συγκεκριμένου ατόμου).

Αυτό το τραύμα διαμορφώνει με πολύπλοκο και κρυπτικό, συνήθως, τρόπο τα δυναμικά της ψυχικής ζωής του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του. Γεννά κρύπτες και «φαντάσματα» που «στοιχειώνουν» τους ζωντανούς. […]

Η κλινική μας εμπειρία επιβεβαιώνει την παρουσία όλων αυτών των φαινομένων σε πολλούς τοξικομανείς, που προσήλθαν στον Συμβουλευτικό Σταθμό του 18 ΑΝΩ και ζήτησαν να ενταχθούν σε κάποιο από τα θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στη Μονάδα.

Παρατηρήσαμε αρχικά ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι.

Το πένθος γι αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθέναν.

Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά, μετά την τραυματική απώλεια και ο αδύνατο πένθος της. […]

Παρατηρήσαμε στην κλινική πράξη ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε αδύνατο πένθος η θεραπευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οι υποτροπές συχνές, ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος.

Σ’ αυτά τα άτομα αναπτυσσόταν, συχνά, μετά την απεξάρτησή τους από τα ναρκωτικά, μια εξαρτητική σχέση με το αλκοόλ, η οποία προηγούνταν της υποτροπής στα ναρκωτικά και στη συνέχεια εξελισσόταν παράλληλα. […]

Η απώθηση του θανάτου και του πένθους

[…] Η διαδικασία του πένθους πραγματοποιείται στον τόπο της συνάντησης του ψυχικού με το κοινωνικό.

Η έκφραση του πένθους παίρνει πολλές μορφές (θρήνος, παράπονο, θλίψη, άγχος, οργή, αγανάκτηση, κ.α.).

Στους περισσότερους πολιτισμούς ο θρήνος αποτελεί την πρώτη αντίδραση στο θάνατο.

Σε όλους τους τύπους κοινωνιών οι τιμές στο νεκρό αποδίδονται μέσα από επιθανάτιες τελετές.

Πάντως ο τρόπος που εκφράζεται το πένθος σε μια κοινωνία συναρτάται στενά με την κουλτούρα της, με τον τρόπο που αφήνει ελεύθερα, προβάλλει και νοηματοδοτεί ή αντίθετα καταπνίγει και απαγορεύει να εκφραστούν τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η απώλεια.

Στις παραδοσιακές, τις προκαπιταλιστικές, κοινωνίες η εργασία του πένθους είχε κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούσε μέρος ενός τελετουργικού, στο πλαίσιο μια κοινωνικής πρακτικής, που περιελάμβανε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο γύρω από τον πενθούντα και μία διαδικασία από κοινού συμμετοχής της κοινότητας στο πένθος για τον νεκρό. […]

Ο άνθρωπος σ’ εκείνες τις κοινωνίες ήταν βαθιά και άμεσα κοινωνικός και δεν διαχώριζε τον εαυτό του από τη φύση.

Η οικειότητα με το θάνατο ήταν μια μορφή παραδοχής της τάξης και της φύσης.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο.

Ο θάνατος καθενός, καθώς και ο θάνατος των οικείων του, εσωτερικεύεται, απωθείται και εκδιώκεται από την καθημερινότητά του.

Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα.

Το πένθος στις κοινωνίες της νεωτερικότητας έχει χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και έχει γίνει μια στενά ατομική υπόθεση, μια ατομική ψυχική διεργασία.

Αυτό που κυριαρχεί σε κοινωνικό επίπεδο είναι η απώθηση του θανάτου μέσα σε συνθήκες ακραίας εξατομίκευσης.

«Η σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Αρίες, «στερεί τον άνθρωπο από το θάνατό του και δεν του τον επιστρέφει παρά μόνο εφόσον δεν πρόκειται να ταράξει τους ζωντανούς. Από την άλλη μεριά, απαγορεύει στους ζωντανούς να δείχνουν συγκινημένοι από το θάνατο του άλλου, δεν τους επιτρέπει ούτε να κλάψουν τους νεκρούς, ούτε να κάνουν ότι τους νοσταλγούν».

Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου.

«Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

Οι σύγχρονες πόλεις είναι χτισμένες σαν να μην υπάρχει θάνατος. Το φέρετρο είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας ή του ουρανοξύστη.

Κανείς πια δεν είναι διαθέσιμος για να «ξενυχτήσει» τον νεκρό στο σπίτι του το τελευταίο βράδυ πριν από την ταφή και να συμπαρασταθεί στους πενθούντες συγγενείς του. […]

Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές απουσιάζει τραγικά ένα υποστηρικτικό δίκτυο ανθρώπων γύρω από τους πενθούντες, για να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο της απώλειας και να θρηνήσει τον νεκρό.

Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. […]

Ο θάνατος του προσφιλούς προσώπου πρέπει να εγγραφεί κοινωνικά, να πάρει το χαρακτήρα μιας κοινής «μαρτυρίας», μιας από κοινού συμμετοχής στον πόνο της απώλειας, ενός συλλογικού θρήνου.

Η απουσία αυτού του κοινωνικού συνομιλητή που μπορεί να λειτουργήσει για τους πενθούντες ως υποστηρικτικό δίκτυο οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση και τελικά στην απώθηση του πένθους.

Ο βαθμός της απώθησης του πένθους σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί δείκτη του βαθμού αποξένωσης των ανθρώπων, μέτρο της κοινωνικής αλλοτρίωσης.

Μέσα στις συνθήκες που ορίζονται από την κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του ατομικισμού διαμορφώνεται ο ψυχισμός της νέας γενιάς, της γενιάς «χωρίς μέλλον» (generation “no future”) και εμφανίζεται πολύμορφα η αδυναμία της, σε συλλογικό επίπεδο, να επιτελέσει το πένθος της για ένα καλύτερο μέλλον, που δικαιούται, αλλά της το στερούν.

Μήπως, λοιπόν, αυτό το αδύνατο πένθος των νέων της εποχής μας γίνεται ένας από τους παράγοντες που πυροδοτούν, σε τόσο μεγάλη έκταση, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές τους; Μήπως η σημερινή κοινωνία του θεάματος είναι ανίκανη να πενθήσει επειδή έχει μετατρέψει και τον ίδιο το θάνατο σε θέαμα;

Ακόμα και οι μαζικοί θάνατοι των πολέμων, των βομβαρδισμών, των μαζικών καταστροφών δεν αντιπροσωπεύουν για τον θεατή τους – που τους παρακολουθεί στην τηλεόραση, αμέτοχος, με το αίσθημα της ασφάλειας που παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος- παρά απλές τηλεοπτικές εικόνες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν τον αφορά προσωπικά, είναι κάτι ξένο προς αυτόν, δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του.

Πίσω από αυτή την αδυναμία του μέσου ανθρώπου της εποχής μας να αποδεχτεί το θάνατο και να μιλήσει ανοιχτά για αυτόν, βρίσκεται η αδυναμία του να πενθήσει τους νεκρούς του.

Βρίσκεται η ανικανότητά του να επεξεργαστεί ψυχικά τον τραυματισμό της απώλειας και να τον επουλώσει.

Βρίσκεται μια βαθιά ελλειμματική λειτουργία συμβολοποίησης και μετουσίωσης.

Γι’ αυτό δεν αντέχει τον ψυχικό πόνο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον ναρκώνει.

Ακόμα και στις κορυφαίες στιγμές του αποχαιρετισμού του νεκρού, κατά την τελετή της ταφής του, οι πενθούντες, συγγενείς και φίλοι, παρευρίσκονται συνήθως με ναρκωμένες τις αισθήσεις από τα ηρεμιστικά που καταναλώνουν.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μπλοκάρουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία του πένθους, τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να αρχίσει.

«Τελικά», λέει ο Αρίες, «καταλήγει κανείς να αναρωτηθεί αν μεγάλο μέρος της σημερινής κοινωνικής παθολογίας πηγάζει από την τοποθέτηση του θανάτου έξω από την καθημερινή ζωή, από την απαγόρευση του πένθους και του δικαιώματος να πενθούμε τους νεκρούς μας».

 

2ημερο Σεμινάριο: Ψυχ – Ώσεις & εναλλακτικές προσεγγίσεις στη συνάντηση με ακραίες ψυχικές εμπειρίες 12-13 Μάη 2012

Οι ψυχώσεις (διαγνωσμένες ως σχιζοφρένειες, διπολικές διαταραχές  ή άτυπα ψυχωσικά σύνδρομα) είναι ο νούμερο ένα λόγος ψυχιατρικού εγκλεισμού σε όλο το δυτικό κόσμο. Η βασική, αν όχι η μοναδική, αντιμετώπιση στην ψυχιατρική αποτελεί η χορήγηση νευροληπτικών και άλλων ψυχοφαρμάκων, για πολλά χρόνια και τις περισσότερες φορές ισοβίως, και η άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας στα ψυχιατρικά καταστήματα, αλλά και στους φυσικούς χώρους διαβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων, κοντά στις οικογένειές τους. Οι άνθρωποι που ξεκινούν μια τέτοια πορεία καταλήγουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία βαθύτατα αποδυναμωμένοι και αποδιοργανωμένοι στην κοινωνική και προσωπική τους ζωή. Έτσι οι ψυχώσεις ταυτίζονται στη συνείδηση του περισσότερου κόσμου με την τρέλα στην πιο ανέλπιδη μορφή της. Πολλοί επαγγελματίες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για κλινικές εικόνες, που δεν ανταποκρίνονται σε καμιά ψυχοθεραπεία.

Αλλά τι είναι τρέλα; Τι μπορεί να κάνει ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπροστά στον σκληρό πυρήνα της κλασικής ψυχιατρικής, τις ψυχώσεις κάθε τύπου, που από τον ορισμό τους ακόμα τείνουν να αντιμετωπίζονται ως ανίατες νόσοι με προϊούσα πορεία προς τον εκφυλισμό της προσωπικότητας, τον κοινωνικό εκμηδενισμό και την καταστροφή κάθε προοπτικής ενός δημιουργικού μέλλοντος; Πώς μπορούμε να συναντήσουμε τις ακραίες αυτές ψυχικές εμπειρίες, με έναν τρόπο που να ανοίγει, αντί να κλείνει, προοπτικές ζωής;

Στο σεμινάριο που προτείνεται θα συζητηθεί καταρχήν ιστορικά η οικοδόμηση της ιστορίας της Τρέλας και θα αναζητηθούν εναλλακτικές αναγνώσεις των ακραίων αυτών ψυχικών φαινομένων, αναγνώσεις αποδόμησης του ψυχιατρικού αυτονόητου, οι οποίες καθιστούν μια ίαση εφικτή. Στη συνέχεια θα παρουσιαστούν πρακτικές εφαρμογές μοντέλων μη ψυχιατρικής αντιμετώπισης  των ψυχώσεων, όπως αυτά υπάρχουν και καταξιώνονται τα τελευταία 40 χρόνια στην Ευρώπη και την Αμερική. Η θεωρητική προσέγγιση θα εκπροσωπήσει εν μέρει τη δουλειά και τη φιλοσοφία του παγκόσμιου κινήματος ανθρώπων με ψυχιατρική ή/και ψυχωσική εμπειρία,  στην αυθόρμητη συνάντησή του με την συστημική ψυχοθεραπεία, σε μια Θεωρία της Ανάρρωσης (Recovery).

Τέλος θα αναζητηθούν τρόποι θεσμικών παρεμβάσεων στην Ελλάδα, ως προϋποθέσεις για μια, εναλλακτική προς την ψυχιατρική, συνάντηση με τις ψυχώσεις, και θα συζητηθούν θέματα ηθικής, δεοντολογίας και σχετικών πολιτικών στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Το σεμινάριο απευθύνεται σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας και φοιτητές αντίστοιχων ειδικοτήτων.

Πρώτη συνάντηση : 12 και 13 Μάη 2012

Συντονισμός: Δρ Άννα Εμμανουηλίδου, κλινική ψυχολόγος (Dr. Phil, MsC), συστημική ψυχοθεραπεύτρια (IGST), Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για τα Δικαιώματα στο Χώρο της ψυχικής υγείας. annaemmanouelidou@yahoo.gr

Πληροφορίες/δηλώσεις συμμετοχής: Παναγιώτα Παπαμιχαήλ, κλινική ψυχολόγος, συστημική ψυχοθεραπεύτρια, 2104513559, 6973680066, verapapamix@yahoo.gr

Τόπος : Έλλης 22, Καλαμάκι

Ώρες : 10.00 – 18.00 Σ/Κ

Κόστος : 80 ευρώ, 65 για φοιτητές

Θα δοθεί έντυπο υλικό.